ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ :: ΝΟΜΙΚΟΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ::

Απρόβλεπτη επιδείνωση υγείας τραυματισθέντος

        ..:: Δευτέρα, 06 Ιουνίου 2016 ::..

Μετά από ένα τραυματισμό ακολουθεί ένα διάστημα ανάρρωσης, σύντομο ή μακροχρόνιο. Σε σοβαρούς τραυματισμούς, όπου το διάστημα είναι μακρύ, συνήθως ο τραυματισθείς και η οικογένειά του εξαντλούνται σωματικά και οικονομικά και πολλές φορές πιέζουν το δικηγόρο τους, να προχωρήσει στην άσκηση αγωγής κατά των υπευθύνων του τροχαίου ατυχήματος, ώστε να επιτύχουν γρήγορα την είσπραξη της αποζημίωσής τους. Για τον ίδιο λόγο πολλές φορές αναγκάζονται να επιδιώξουν ένα γρήγορο εξώδικο συμβιβασμό, ώστε να ανακουφιστούν οικονομικά, οπότε και εκ των πραγμάτων υπογράφουν και μια δήλωση με την οποία ομολογούν ότι ικανοποιήθηκαν πλήρως όλες οι αξιώσεις τους και ότι παραιτούνται κάθε περαιτέρω αξιώσεως που έχει σχέση με το τροχαίο ατύχημα. Εκ των πραγμάτων εφόσον η άσκηση της αγωγής ή η επίτευξη του συμβιβασμού γίνεται κατά το στάδιο ανάρρωσης του τραυματισθέντος, αναγκαστικά η αποζημίωση θα υπολογιστεί με βάση τον προβλεπόμενο χρόνο ανάρρωσης, σύμφωνα και με τις προβλέψεις των θεραπόντων ιατρών. Για το λόγο αυτό, θα συμβούλευα τους τραυματισθέντες να αποφεύγουν την πρόωρη άσκηση τακτικής αγωγής και εάν συντρέχουν οι περιπτώσεις, να επιλέγουν την προσωρινή και περιοδική ικανοποίηση των αναγκών τους μέσω της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων.

Τι γίνεται όμως, εάν η υγεία του τραυματισθέντος, παρά τις ιατρικές προβλέψεις, μετά την επίτευξη του συμβιβασμού ή την τελεσίδικη δικαστική απόφαση που καθόρισε την αποζημίωση, έχει μία απρόοπτη (απρόβλεπτη) δυσμενή εξέλιξη και ενώ ο τραυματισμός με βάση τις σύγχρονες θεραπευτικές μεθόδους, θεωρούνταν πλήρως ιάσιμος, χωρίς να καταλείπει οποιαδήποτε αναπηρία, παρά ταύτα για λόγους μη προβλέψιμους, εμφανιστεί κάποια σπάνια επιπλοκή, (π.χ. επιμόλυνση σε περίπτωση καταγμάτων, ή επιληψία σε περίπτωση κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων), για την αντιμετώπιση της οποίας καθίσταται αναγκαία μία νέα χειρουργική επέμβαση, απαιτούνται πρόσθετες δαπάνες νοσηλείας, αισθητά μεγαλύτερο διάστημα ανάρρωσης, που συνήθως συνδέεται και με πρόσθετη απώλεια εισοδήματος, ή πολλές φορές, ακόμη χειρότερα, δεν επέρχεται ποτέ το προσδοκώμενο αποτέλεσμα, με συνέπεια την κατάληψη αναπηρίας στον παθόντα; Η ανάγκη να μην μείνει ο τραυματισθείς απροστάτευτος, οδήγησε την νομολογία στην εφαρμογή των σχετικών κανόνων δικαίου, ώστε σε εξαιρετικές περιπτώσεις, να ξεπεραστούν ζητήματα παραγραφής, δεδικασμένου και δεσμευτικότητας του συμβιβασμού.

Α) ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΗΘΙΚΗ ΒΛΑΒΗ ΚΑΙ ∆Ε∆ΙΚΑΣΜΕΝΟ
Σχετικά με το ζήτημα αυτό, γίνεται δεκτό νομολογιακά ότι η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε σε αγωγή για αποζημίωση σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου από αδικοπραξία, αποτελεί δεδικασμένο επί της νέας με την αυτή ιστορική και νομική αιτία δίκης, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και την ζημία του ενάγοντος, που αναφέρεται στον οριοθετηθέντα με την πρώτη αγωγή χρόνο για τον οποίο επιδικάστηκε αποζημίωση. Δεν αποτελεί όμως δεδικασμένο η απόφαση αυτή για ζημίες που ανάγονται σε μεταγενέστερο χρόνο, κατά τον οποίο είναι δυνατόν η αδικοπραξία να εξακολουθήσει να αναδίδει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν είχαν προβλεφθεί, ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά την πρώτη αγωγή. Έτσι, η επιδίκαση με τελεσίδικη δικαστική απόφαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του τραυματισθέντος σε αυτοκινητικό ατύχημα, δεν εμποδίζει τη μεταγενέστερη, με νέα αγωγή, επιδίωξη περαιτέρω χρηματικής ικανοποίησης. Προϋπόθεση γι' αυτό είναι ότι οι συνέπειες της αδικοπραξίας εκδηλώθηκαν μεταγενέστερα και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν από το δικαστήριο, το οποίο επιδίκασε στον παθόντα την προηγούμενη χρηματική ικανοποίηση. Κατά συνέπεια, μεταγενέστερες δυσμενείς συνέπειες της αδικοπραξίας, που δεν ήταν προβλεπτές και δεν ελήφθησαν υπόψη σε προηγούμενη δικαστική απόφαση, μπορούν να δικαιολογήσουν περαιτέρω πρόσθετη χρηματική ικανοποίησης για ηθική βλάβη, έστω και αν στην προηγούμενη δικαστική απόφαση δεν γίνεται λόγος για πρόκληση νέων βλαβών στο μέλλον.

Β) ΕΞΩ∆ΙΚΟΣ Η ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΣ
Η νομολογία δέχεται ότι επί ζημίας που προκλήθηκε από αυτοκίνητο και συνήφθη σύμβαση συμβιβασμού μεταξύ του ζημιωθέντα και του υπόχρεου σε αποζημίωση, στην παραπάνω εξαιρετική περίπτωση εμφάνισης μεταγενέστερων απρόβλεπτων συνεπειών, πρέπει να υπάρχει μια κραυγαλέα διάσταση μεταξύ του ποσού του συμβιβασμού και της ζημίας, ώστε η απόκρουση στον ζημιωθέντα για αξίωση περαιτέρω αποζημίωσης να αποτελεί μεγάλη σκληρότητα, η οποία αντίκειται στην καλή πίστη. Βέβαια, δεν αποκλείεται να προβλέπεται στον συμβιβασμό ή να συνάγεται ερμηνευτικά από το όλο περιεχόμενό του, ότι κατά τον προσδιορισμό του ύψους της οφειλόμενης αποζημίωσης ελήφθη από τα μέρη υπόψη η δυνατότητα επέλευσης στο μέλλον άλλων συνεπειών, οπότε ο ζημιωθείς δεσμεύεται από ένα τέτοιο συμβιβασμό. Η εντελώς όμως αόριστη αναφορά σε συμφωνητικό συμβιβασμού, ότι η καταβολή της συγκεκριμένης αποζημίωσης καλύπτει κάθε αξίωση του αποζημιούμενου, (παρούσα, παρελθούσα ή μέλλουσα), χωρίς να γίνεται αναφορά στην κατάσταση της υγείας του και στο κίνδυνο επιδείνωσης, δεν καλύπτει και την περίπτωση απρόβλεπτης επιδείνωσης, ειδικά όταν υπάρχει κραυγαλέα διάσταση μεταξύ του ποσού του συμβιβασμού και της ζημίας. Εάν όμως στο συμφωνητικό υπάρχει σαφής αναφορά ότι για τον προσδιορισμό του ύψους της αποζημίωσης, ελήφθη υπόψη και ο κίνδυνος απρόβλεπτης επιδείνωσης της υγείας του τραυματισθέντος, τότε ο συμβιβασμός πρέπει να δεσμεύει τον αποζημιούμενο και να αποκλείει τη δυνατότητά του για πρόσθετη αποζημίωση.

Αναστασία Χρ. Μήλιου
Δικηγόρος παρ' Εφέταις Αθηνών
legalaction.gr
e-mail: natmil@otenet.gr



  UP